ΟΜΙΛΙΑ Γ΄
ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
Περί ελεημοσύνης και περί των δέκα παρθένων
1. Άραγε θυμάστε από που άρχισε ο προηγούμενος λόγος μου, ή που σταμάτησε, ή από ποια υπόθεση άρχισαν και που κατέληξαν τα λόγια της προηγούμενης ομιλίας; Αλλά νομίζω πως σεις λησμονήσατε που τελείωσε ο λόγος μου, όμως εγώ θυμάμαι· και δεν σας κατακρίνω γι’ αυτό ούτε σας κατηγορώ. Γιατί ο καθένας σας έχει γυναίκα, καταγίνεται με τα παιδιά, και φροντίζει για όλα τα του σπιτιού· επίσης άλλοι ασχολούνται με τα του στρατού και άλλοι είναι χειροτέχνες και ο καθένας σας ασχολείται με διάφορες ανάγκες.
Εγώ όμως καταγίνομαι μ’ αυτά, μελετώ αυτά, και περνώ τον χρόνο μου μ’ αυτά, ώστε δεν είστε αξιοκατάκριτοι για αυτό, αλλ’ αξιέπαινοι για την προθυμία σας, αφού καμιά Κυριακή δεν με ξεχνάτε, αλλά, παραμελώντας όλα, έρχεστε στην εκκλησία. Γιατί αυτό είναι μέγιστο εγκώμιο της πόλεως μας, όχι το να έχει θορύβους και προάστεια, ούτε σπίτια χρυσοστόλιστα με αίθουσες συμποσίων, αλλά το να έχει πολίτες σπουδαίους και προσεκτικούς.
Γιατί την ευγένεια του δένδρου δεν την αναγνωρίζουμε από τα φύλλα, αλλά από τους καρπούς. Και γι’ αυτό βέβαια ξεχωρίζουμε από τα άλογα ζώα, επειδή έχουμε λόγο και καταλαβαίνουμε τον λόγο άλλων κι αγαπούμε τον λόγο γιατί άνθρωπος που δεν αγαπά τον λόγο, είναι πολύ πιο άλογος από τα κτήνη, μη γνωρίζοντας γιατί τιμήθηκε και από που έχει την τιμή. Και σωστά έλεγε ο προφήτης «ο άνθρωπος που ήταν τιμημένος, δεν το κατάλαβε, αλλ’ αναμείχθηκε με τα ανόητα κτήνη και ομοιώθηκε μ’ αυτά» (Ψαλμ. 48,13). Ενώ είσαι άνθρωπος λογικός, δεν αγαπάς τον λόγο; Πες μου, ποια συγγνώμη θα έχεις;
Ώστε σεις είστε πιο αναγκαίοι για μένα, σεις που με προθυμία έρχεσθε ν’ ακούσετε τον λόγο της αρετής και θεωρείτε ανώτερους απ’ όλα τους θείους λόγους. Εμπρός λοιπόν κι εμείς ας αρχίσουμε το θέμα μας και ας μιλήσουμε συνέχεια εκείνων που λέχθηκαν στην προηγούμενη ομιλία· σας χρωστώ και μ’ ευχαρίστηση εξοφλώ το χρέος μου· γιατί αυτό δεν μου προξενεί φτώχεια, αλλά μου επιφέρει πλούτο.
Στην περίπτωση βέβαια των κοσμικών πραγμάτων, οι χρεώστες αποφεύγουν τους δανειστές για να μη επιστρέψουν τα οφειλόμενα, εγώ όμως σας καταδιώκω για να σας αποδώσω τα οφειλόμενα, και πολύ εύλογα· γιατί στην περίπτωση των κοσμικών πραγμάτων η απόδοση των οφειλομένων προξενεί φτώχεια, ενώ στην περίπτωση του λόγου η απόδοση της οφειλής επιφέρει πλούτο.
Μ’ αυτό που λέω εννοώ το εξής· χρωστώ σε κάποιον χρήματα· εάν αυτά τα επιστρέψω, δεν είναι δυνατόν αυτά ν’ ανήκουν και σ’ εκείνον και σ’ εμένα, αλλ’ έφυγαν από μένα και προσκολλήθηκαν σ’ εκείνον· εάν όμως καταβάλω λόγο, και εγώ τον έχω και όλοι σεις· εάν κρατήσω τον λόγο και δεν τον μεταδώσω, τότε φτωχός είμαι, όταν όμως τον μεταδώσω, τότε γίνομαι πλούσιος· εάν δεν μεταδώσω τον λόγο, τότε μόνος εγώ είμαι πλούσιος, εάν όμως τον μεταδώσω, απολαμβάνω μαζί με όλους σας τον καρπό.
Εμπρός λοιπόν ν’ αποδώσω το χρέος μου· και ποιο ήταν αυτό; Για τη μετάνοια μιλούσαμε στην προηγούμενη ομιλία και λέγαμε, ότι είναι πολλοί και ποικίλοι οι δρόμοι της μετάνοιας, για να γίνει εύκολη η σωτηρία μας. Γιατί, εάν ο Θεός μας έδινε μία οδό μετάνοιας, θα αναβάλλαμε και θα λέγαμε· δεν μπορούμε να τη βαδίσουμε, δεν μπορούμε να σωθούμε τώρα όμως, αφαιρώντας σου την πρόφαση αυτή, δεν σου έδωσε μόνο μία οδό, ούτε δύο και τρεις, αλλά πολλές και διάφορες, για να σου κάνει εύκολη την ανάβαση στον ουρανό με το πλήθος αυτών. Και λέγαμε ότι είναι εύκολη η μετάνοια και ότι δεν υπάρχει τίποτε το βαρύ σ’ αυτήν.
Είσαι αμαρτωλός; έλα στην εκκλησία, πες, αμάρτησα, και εξάλειψες την αμαρτία. Γιατί και τον Δαυίδ αναφέραμε που αμάρτησε και απαλλάχθηκε από την αμαρτία· έπειτα υποδείξαμε δεύτερη οδό, το να πενθεί δηλαδή κανείς για την αμαρτία του, και λέγαμε, ποιος κόπος είναι αυτό; Δεν χρειάζεται να καταβάλεις χρήματα, ούτε να βαδίσεις πολύ δρόμο, ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο, αλλά να πενθήσεις μόνο για την αμαρτία σου· και αναφέραμε από τη Γραφή αυτό, ότι ο Θεός ακύρωσε την απόφαση του για τον Αχαάβ, επειδή πένθησε και κυριεύθηκε από θλίψη κι αυτό ακριβώς έλεγε ο Θεός στον Ηλία· «είδες πως συμπεριφέρθηκε απέναντί μου ο Αχαάβ, εκδηλώνοντας πένθος και θλίψη; Γι’ αυτό δεν θα ενεργή σω σύμφωνα με τον θυμό μου» (Γ΄ Βασ. 21, 29).
Έπειτα ορίσαμε την τρίτη οδό μετάνοιας και αναφέραμε από τη Γραφή τον Φαρισαίο και τον τελώνη, από τους οποίους ο Φαρισαίος, επειδή υπερηφανεύθηκε αλαζονικά, έχασε τη δικαίωση, ενώ ο τελώνης, δείχνοντας ταπεινοφροσύνη, κατέβηκε με τους καρπούς της δικαίωσης, και χωρίς να καταβάλει το παραμικρό κόπο έγινε δίκαιος· λόγια είπε κι έλαβε πράγματα.
Εμπρός λοιπόν ας έρθουμε στη συνέχεια και ας παρουσιάσουμε την τέταρτη οδό της μετάνοιας· και ποια είναι αυτή; Εννοώ την ελεημοσύνη, τη βασίλισσα των αρετών, η οποία αμέσως ανεβάζει τους ανθρώπους στις αψίδες των ουρανών, την άριστη συνήγορο. Είναι μεγάλο πράγμα ή ελεημοσύνη γι’ αυτό και ο Σολομών βροντοφώναζε «είναι μεγάλο πράγμα ο άνθρωπος, αλλά πολύ πιο μεγάλης αξίας ο άνθρωπος που δίνει ελεημοσύνη» (Παροιμ. 20, 6).
Είναι μεγάλα τα φτερά της ελεημοσύνης διασχίζει τον αέρα, ξεπερνά τη σελήνη, υπερβαίνει τις ακτίνες του ήλιου, και φτάνει στις ίδιες τις αψίδες των ουρανών. Και ούτε εκεί σταματάει, αλλά διασχίζει και τον ουρανό, προσπερνώντας το πλήθος των αγγέλων και τους χορούς των αγγέλων και όλες τις ανώτερες δυνάμεις και στέκεται δίπλα στον ίδιο το βασιλικό θρόνο κι αυτό μπορείς να το διδαχθείς από την ίδια τη Γραφή που λέει «Κορνήλιε, οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν ενώπιον του Θεού» (Πράξ. 10,4).
Το «ενώπιον του Θεού» σημαίνει, κι αν ακόμα έχεις πολλές αμαρτίες, μη φοβάσαι, εφόσον έχεις συνήγορο την ελεημοσύνη γιατί καμιά ουράνια δύναμη δεν αντιστέκεται σ’ αυτήν· απαιτεί το χρέος, έχει δικό της χειρόγραφο που το κρατά στα χέρια της. Γιατί είναι λόγια του ίδιου του Κυρίου, «όποιος θα κάνει κάτι σ’ έναν απ’ αυτούς τους ασήμαντους, σ’ εμένα το έκανε» (Ματθ. 25, 40). Ώστε λοιπόν όσες άλλες αμαρτίες έχεις, η ελεημοσύνη σου τις ισοζυγίζει όλες
2. Η δε γνωρίζεις στο Ευαγγέλιο το παράδειγμα των δέκα παρθένων, πως εκείνες που δεν είχαν ελεημοσύνη, αλλ’ άσκησαν την παρθενία, έμειναν έξω από το νυμφώνα; Γιατί λέει, «ήταν δέκα παρθένες, πέντε μωρές και πέντε φρόνιμες» (Ματθ. 25, 2)· απ’ αυτές οι φρόνιμες είχαν λάδι, ενώ οι μωρές δεν είχαν λάδι, κι έσβηναν οι λαμπάδες τους. Πλησίασαν τότε οι μωρές τις φρόνιμες και είπαν· «δώστε μας λάδι από τα δοχεία σας» (Ματθ. 25, 8).
Ντρέπομαι και κοκκινίζω και δακρύζω, όταν ακούσω για παρθένα μωρή· ακούγοντας αυτό το όνομα κοκκινίζω από ντροπή, γιατί μετά την ανύψωση του σώματος στον ουρανό, μετά την άμιλλα προς ομοίωση με τις ουράνιες δυνάμεις, και αφού υπέμειναν τον καύσωνα και καταπάτησαν το καμίνι της ηδονής, τότε άκουσαν να τις ονομάζουν μωρές· και σωστά ονομάσθηκαν μωρές, γιατί, ενώ κατόρθωσαν το μεγαλύτερο, νικήθηκαν από το μικρό.
«Και ήρθαν», λέει, «οι μωρές και είπαν στις φρόνιμες· δώστε μας λάδι από τα δοχεία σας. Κι εκείνες είπαν· δεν μπορούμε να σας δώσουμε, μήπως και δεν φτάσει και για μας» (Ματθ. 25, 8-9)· δεν το κάνουν αυτό από ασπλαχνία ούτε από κακία, αλλ’ εξ αιτίας της στενότητας του χρόνου· γιατί επρόκειτο να έρθει ο νυμφίος. Είχαν κι αυτές λαμπάδες, αλλά των φρόνιμων είχαν λάδι, ενώ οι δικές τους δεν είχαν.
Γιατί η φωτιά είναι η παρθενία, ενώ το λάδι είναι η ελεημοσύνη. Όπως ακριβώς λοιπόν η φωτιά, εάν δεν έχει λάδι να τροφοδοτείται, σβήνει, έτσι και η παρθενία, εάν δεν έχει ελεημοσύνη, σβήνει. «Δώστε μας λάδι από τα δοχεία σας». Και εκείνες είπαν προς αυτές· «δεν μπορούμε να σας δώσουμε». Κι ο λόγος αυτός δεν λεγόταν από κακία, αλλ’ από φόβο «μήπως δεν φτάσει και για μας και για σας» μήπως, θέλοντας όλες να μπούμε μέσα, μείνουμε όλες έξω. « Αλλά πηγαίνετε κι αγοράστε απ’ αυτούς που πουλούν λάδι».
Και ποιοι είναι οι έμποροι αυτού του λαδιού; Οι φτωχοί, αυτοί που κάθονται μπροστά στην εκκλησία περιμένοντας ελεημοσύνη. Και πόσο ν’ αγοράσω; Όσο θέλεις· δεν ορίζω τιμή, για να μη προβάλλεις σαν δικαιολογία τη φτώχεια. Όσο μπορείς, τόσο αγόρασε· έχεις οβολό; Αγόρασε τον ουρανό· όχι επειδή είναι φτηνός ο ουρανός, αλλ’ επειδή είναι φιλάνθρωπος ο Κύριος. Δεν έχεις οβολό; Δώσε ένα ποτήρι κρύο νερό· «όποιος θα δώσει ένα ποτήρι κρύο νερό σ’ έναν απ’ αυτούς τους ασήμαντους στο όνομα μου, δε θα χάσει το μισθό του» (Ματθ. 10, 42).
Εμπορία και πραγματεία είναι ο ουρανός κι εμείς αδιαφορούμε. Δώσε ψωμί και πάρε παράδεισο· δώσε μικρά και πάρε μεγάλα· δώσε θνητά και πάρε αθάνατα· δώσε φθαρτά και πάρε άφθαρτα. Αν ήταν πανηγύρι και υπήρχαν άφθονα και φτηνά τρόφιμα και τα πολλά πουλιούνταν έναντι λίγων, δεν θα πουλούσατε τις περιουσίες σας, και παραμερίζοντας όλα τα άλλα, δεν θα προσπαθούσατε ν’ αποκτήσετε εκείνη την πραγματεία; Και όπου βέβαια τα πράγματα είναι φθαρτά, δείχνετε τόση προθυμία, όπου όμως η πραγματεία είναι αθάνατη, δείχνετε τόση ραθυμία και αδιαφορία;
Δώσε στο φτωχό, ώστε, κι αν ακόμα συ σιωπάς, αμέτρητα στόματα ν’ απολογούνται για σένα, με την παρουσία εκεί της ελεημοσύνης και τη συνηγορία της· λύτρωση της ψυχής είναι η ελεημοσύνη. Γι’ αυτό, όπως ακριβώς υπάρχουν μπροστά στις θύρες της εκκλησίας οι λουτήρες γεμάτοι νερό για να πλύνεις τα χέρια σου, έτσι έξω από την εκκλησία κάθονται οι φτωχοί, για να πλύνεις τα χέρια της ψυχής σου. Έπλυνες τα σωματικά χέρια σου με νερό; Πλύνε και τα χέρια της ψυχής με την ελεημοσύνη.
Μη προβάλλεις σαν δικαιολογία τη φτώχεια· η χήρα βρισκόμενη στη χειρότερη μορφή φτώχειας φιλοξένησε τον Ηλία (Γ΄ Βασ. 17. 11), και η φτώχεια δεν έγινε εμπόδιο, αλλ’ υποδέχθηκε αυτόν με μεγάλη χαρά, και γι’ αυτό και απόλαυσε αντάξιους της φιλοξενίας καρπούς και θέρισε το στάχυ της ελεημοσύνης.
Αλλ’ ίσως ο ακροατής πει, ‘δος μου τον Ηλία’. Τι ζητάς τον Ηλία; σου δίνω τον Κύριο του Ηλία κι όμως δεν τον τρέφεις. Αν έβρισκες τον Ηλία πως θα τον φιλοξενούσες; Του Χριστού, του Κυρίου των όλων, είναι η απόφαση «όποιος θα κάνει αυτό, σ’ έναν από τους ασήμαντους αυτούς, σ’ εμένα το έκανε» (Ματθ. 25, 40).
Εάν ο βασιλιάς προσκαλούσε κάποιον σε δείπνο, και ενώ ήταν παρόντες οι υπηρέτες, έλεγε προς αυτούς· ευχαριστήστε αυτόν πολύ αντ’ εμού· αυτός όταν ήμουν φτωχός με διέθρεψε και με φιλοξένησε, αυτός μου έκανε πολλές ευεργεσίες σε στιγμές θλίψεως· πως δεν θα ξόδευε ο καθένας όλα τα χρήματα του για εκείνον, για τον οποίο ο βασιλιάς ένιωσε τόση ευχαρίστηση; πως δεν θα τον απαριθμούσε στους οικείους του; πως δε θα φρόντιζε ο καθένας να τον πλησίασει και να γίνει φίλος του;
3. Είδατε τη δύναμη του λόγου; Εάν όμως στην περίπτωση του βασιλιά, που είναι άνθρωπος, το πράγμα έχει τόση τιμή, σκέψου τον Χριστό κατά την ημέρα εκείνη να καλεί παρουσία των αγγέλων και όλων των ουράνιων δυνάμεων και να λέει· ‘αυτός με φιλοξένησε στη γη· αυτός μου έκανε άπειρες ευεργεσίες· αυτός, ενώ ήμουν ξένος, με περιμάζεψε’· σκέψου λοιπόν την παρρησία ενώπιον των αγγέλων, το καύχημα ενώπιον των ουράνιων δυνάμεων. Εκείνος για τον οποίο δίνει την επιβεβαίωση ο Χριστός πως είναι δυνατό να μη έχει παρρησία μεγαλύτερη από τους αγγέλους;
Μεγάλο λοιπόν πράγμα, αδελφοί, η ελεημοσύνη· αυτήν ας αγαπήσουμε μ’ όλη μας την καρδία, με την οποία τίποτε δεν μπορεί να εξισωθεί· αυτή είναι ικανή και τις άλλες αμαρτίες να εξαλείψει κι απ’ τη μέλλουσα κρίση ν’ απαλλάξει· ενώ συ σωπαίνεις αυτή στέκεται και σε υπερασπίζεται· ή καλύτερα, ενώ συ σωπαίνεις αμέτρητα στόματα ευχαριστούν για σένα. Τόσα αγαθά πηγάζουν από την ελεημοσύνη, κι εμείς αμελούμε κι αδρανούμε.
Δώσε ψωμί όσο μπορείς· δεν έχεις ψωμί; δώσε έναν οβολό· δεν έχεις οβολό; δώσε ένα ποτήρι κρύο νερό· δεν έχεις κι αυτό; πένθησε μαζί με τον θλιβόμενο κι έχεις μισθό. Γιατί ο μισθός δεν εξαρτάται από την ανάγκη, αλλ’ απ’ την διάθεση. Όμως μιλώντας για το θέμα αυτό, απομακρυνθήκαμε από το θέμα των παρθένων· εμπρός λοιπόν ας επιστρέψουμε σ’ αυτό.
«Δώστε μας», λέει, «λάδι από τα δοχεία σας. Δεν μπορούμε να σας δώσουμε, μήπως δεν φτάσει για μας και για σας αλλά πηγαίνετε κι αγοράστε από εκείνους που πουλούν. Κι ενώ αυτές πήγαν ν’ αγοράσουν, ήρθε ο νυμφίος και εκείνες που είχαν τις λαμπάδες φωτεινές μπήκαν μαζί μ’ αυτόν και έκλεισε η θύρα του νυμφώνα» (Ματθ. 25, 10). Ήρθαν τότε και οι πέντε μωρές και χτύπησαν τη θύρα του νυμφώνα, φωνάζοντας δυνατά «άνοιξε μας» κι απάντησε από μέσα η φωνή του νυμφίου «φύγετε από εδώ δε σας γνωρίζω» (Ματθ. 25, 11-12).
Μετά δηλαδή από τόσους κόπους τι άκουσαν; «Δεν σας γνωρίζω». Αυτό είναι που σας έλεγε, ότι άσκοπα και στα χαμένα καλλιέργησαν το μεγάλο κτήμα της παρθενίας. Σκέψου ότι μετά από τόσους κόπους εκδιώχθηκαν ακριβώς τότε, όταν χαλιναγώγησαν την ακράτεια, όταν συναγωνίσθηκαν τις ουράνιες δυνάμεις, όταν περιφρόνησαν τα κοσμικά πράγματα, όταν υπέφεραν τον μεγάλο καύσωνα, όταν υπερπήδησαν τα σκάμματα, όταν πέταξαν από τη γη στον ουρανό, όταν δεν διέλυσαν τη σφραγίδα του σώματος, όταν ολοκληρώθηκε η άμιλλα τους προς τους αγγέλους, όταν καταπάτησαν τις σωματικές ανάγκες, όταν λησμόνησαν τη φύση τους, όταν κατόρθωσαν τα ασώματα με το σώμα τους, όταν έκαναν δικό τους το μεγάλο κι ακαταμάχητο κτήμα της παρθενίας· τότε λοιπόν άκουσαν, «φύγετε από κοντά μου· δε σας γνωρίζω».
Μη νομίσεις δηλαδή, σε παρακαλώ, ότι είναι μικρό το μέγεθος της παρθενίας· τέτοιο πράγμα είναι η παρθενία, το οποίο κανένας από τους αρχαίους δεν μπόρεσε να τηρήσει. Γι’ αυτό και η χάρη είναι μεγάλη, γιατί, εκείνα που ήταν φοβερά για τους προφήτες και τους αρχαίους, αυτά έγιναν τώρα ευκαταφρόνητα.
Ποια λοιπόν ήταν τα πάρα πολύ βαριά και αβάσταχτα; Ή παρθενία και η περιφρόνηση του θανάτου· αλλ’ αυτά τώρα τα κατορθώνουν και τα μικρά κορίτσια. Γιατί τόσο βαριά ήταν η άσκηση της παρθενίας, ώστε να μη μπορεί κανένας από τους παλιούς να την ασκήσει. Ο Νώε ήταν δίκαιος και αναγνωρίσθηκε κι απ’ τον Θεό η δικαιοσύνη του, αλλά συνευρέθηκε με γυναίκα· όμοια και ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και εκείνοι που κληρονόμησαν μαζί μ’ αυτόν τα υποσχεθέντα από τον Θεό συνευρέθηκαν με γυναίκα. Ο Ιωσήφ ο σώφρονας απέκρουσε το μεγάλο δράμα της μοιχείας (Γεν. κεφ. 39), αλλά κι αυτός συνευρέθηκε με γυναίκα· γιατί ήταν βαριά η άσκηση της παρθενίας.
Από τότε η παρθενία έγινε ισχυρή, απ’ τη στιγμή που βλάστησε το άνθος της παρθενίας. Κανένας λοιπόν από τους παλιούς δεν μπόρεσε ν’ ασκήσει την παρθενία· γιατί είναι μεγάλο πράγμα να χαλιναγωγήσει κανείς το σώμα. Περιέγραψε με τον λόγο το κάλλος της παρθενίας και μάθε καλά το μέγεθος της αρετής αυτής· καθημερινά έχει πόλεμο που δεν είναι δυνατό ποτέ να ησυχάσει· αυτός ο πόλεμος είναι χειρότερος από τον βαρβαρικό πόλεμο.
Γιατί ο πόλεμος των βαρβάρων έχει και κάποια διακοπή όταν συνάπτονται συνθήκες, και άλλοτε συγκρούονται, άλλοτε όχι, και υπάρχουν δυνατότητες ανασύνταξης των δυνάμεων και χρόνος ανάπαυσης, στην περίπτωση όμως του πολέμου προς άσκηση της παρθενίας δεν υπάρχει διακοπή γιατί ο διάβολος είναι εκείνος που κάνει τον πόλεμο, που δεν γνωρίζει να φυλάει ευκαιρία για επίθεση, ούτε περιμένει να συνταχθεί προς επίθεση, αλλά στέκεται πάντοτε στη θέση του ζητώντας να βρει την παρθένα γυμνή, για να της καταφέρει θανάσιμο χτύπημα· και δεν μπορεί ποτέ η παρθένα να σταματήσει τον πόλεμο αυτό, αλλά μεταφέρει μαζί της την ταραχή και τον πολεμιστή.
Και οι κατάδικοι βέβαια, κι’ αν ακόμη δουν προς στιγμή τον άρχοντα, δεν ταράζονται τόσο, ενώ η παρθένα όπου κι αν μεταβεί, φέρνει μαζί της το δικαστή και περιφέρει τον πολέμιο, και ο πολέμιος δεν την αφήνει ν’ αναπαυθεί ούτε την εσπέρα, ούτε τη νύχτα, ούτε το πρωί, ούτε το μεσημέρι, αλλά την πολεμεί πάντοτε, προβάλλοντας της την ηδονή, υπενθυμίζοντας της το γάμο, ώστε να διώξει μακριά της την αρετή και να βάλει μέσα της την κακία, ώστε ν’ απομακρύνει τη σωφροσύνη απ’ αυτήν και να σπείρει μέσα της την πορνεία· κάθε στιγμή δυναμώνει η φλόγα του καμινιού της ηδονής, σιγοκαιόμενο κρυφά. Σκέψου λοιπόν πόσος είναι ο κόπος του κατορθώματος. Αλλ’ εκείνες μετά απ’ όλα αυτά άκουσαν, «φύγετε από κοντά μου· δε σας γνωρίζω».
Πρόσεχε πόσο μεγάλο πράγμα είναι η παρθενία· όταν έχει την αδελφή της την ελεημοσύνη, δεν την υπερνικά κανένα κακό, αλλά στέκεται πάνω απ’ όλα. Γι’ αυτό εκείνες δεν μπήκαν, επειδή μαζί με την παρθενία δεν είχαν και την ελεημοσύνη. Ο λόγος αυτός είναι άξιος πολλής ντροπής· ενώ κατανίκησες την ηδονή, δεν περιφρόνησες τα χρήματα· ενώ είσαι παρθένα κι απαρνήθηκες τη ζωή και σταυρώθηκες γι’ αυτήν, αγαπάς τα χρήματα. Μακάρι να επιθυμούσες άνδρα και δεν θα ήταν τόσο μεγάλο το έγκλημα· γιατί θα επιθυμούσες την ομοούσια ύλη· τώρα όμως η κατηγορία είναι μεγαλύτερη, γιατί επιθύμησες ξένη ύλη.
Αλλ’ ακόμα και οι παντρεμένες γυναίκες κακώς δείχνουν απανθρωπιά, προβάλλοντας σαν δικαιολογία τα παιδιά· κι αν πεις σ’ αυτές, ‘δος μου ελεημοσύνη’, έχω παιδιά, λέει, και δεν μπορώ. Ο Θεός σου έδωσε παιδιά, έλαβες καρπό της κοιλιάς για να γίνεις φιλάνθρωπη, και όχι για να γίνεις απάνθρωπη· μη χρησιμοποιείς την υπόθεση της φιλανθρωπίας σαν αφορμή απανθρωπιάς. Θέλεις ν’ αφήσεις στα παιδιά σου καλή κληρονομιά; Άφησε τα ελεημοσύνη, για να σε επαινέσουν όλοι και ν’ αφήσεις τη μνήμη σου πολυθρύλητη. Συ όμως χωρίς να έχεις παιδιά, αλλ’ έχεις σταυρωθεί για τη ζωή, γιατί συγκεντρώνεις χρήματα;
4. Αλλ’ ο λόγος μας είναι πλούσιος και ως προς την οδό της μετάνοιας και ως προς την ελεημοσύνη. Λέγαμε ότι η ελεημοσύνη είναι μεγάλο κτήμα· από εκεί μεταπηδήσαμε στο πέλαγος της παρθενίας. Έχεις λοιπόν πρώτη και μεγάλη μετάνοια την ελεημοσύνη, που μπορεί να σε σώσει από πλήθος αμαρτιών· αλλ’ έχεις κι άλλη οδό μετάνοιας, πολύ εύκολη πάλι, με την οποία μπορείς ν’ απαλλαγείς απ’ τ’ αμαρτήματα σου.
Να προσεύχεσαι κάθε ώρα και μη λιποψυχήσεις προσευχόμενος, ούτε να ζητάς με αδιαφορία τη φιλανθρωπία του Θεού, και να είσαι σίγουρος ότι δεν θ’ αποστραφεί την επιμονή σου, αλλά θα συγχωρήσει τις αμαρτίες σου και θα σου δώσει αυτά που ζητάς. Εάν εισακουσθεί η προσευχή σου, συνέχισε να τον ευχαριστείς στην προσευχή σου· εάν πάλι δεν εισακούσθηκες, συνέχισε μ’ επιμονή την προσευχή σου, για να εισακουσθείς.
Και μη λες, προσευχήθηκα πάρα πολύ και δεν εισακούσθηκα· καθόσον κι αυτό πολλές φορές γίνεται για το συμφέρον σου. Γιατί γνωρίζει ότι είσαι ράθυμος κι ολιγόψυχος και αν επιτύχεις αυτό που χρειάζεσαι, φεύγεις και δεν ξαναπροσεύχεσαι· έχοντας λοιπόν σαν πρόφαση αυτό που ζητάς, μεταθέτει προς τα πίσω τη χορήγηση του, για να συνομιλείς πιο πυκνά με τον Θεό και ν’ ασχολείσαι με την προσευχή.
Γιατί, αν, βρισκόμενος σε μια τέτοια ανάγκη και δύσκολη στιγμή, δείχνεις αδιαφορία και δεν επιμένεις στην προσευχή, τι θα έκανες εάν δεν είχες ανάγκη τίποτε απ’ αυτά; Ώστε κι αυτός σου το κάνει αυτό για το συμφέρον σου, θέλοντας να σε κάνει να μη παρατάς την προσευχή. Δείχνε λοιπόν επιμονή στην προσευχή σου και μην αδιαφορείς· γιατί πολλά μπορεί να κατορθώσει η προσευχή, αγαπητέ, και μη καταφύγεις στην προσευχή πιστεύοντας ότι πρόκειται για μικρό πράγμα.
Το ότι η προσευχή συγχωρεί αμαρτίες, μάθε το από τα θεία ευαγγέλια. Τι λένε λοιπόν αυτά; Μοιάζει η βασιλεία των ουρανών με άνθρωπο, ο οποίος έκλεισε την πόρτα του και έπεσε να κοιμηθεί μαζί με τα παιδιά του· το βράδυ όμως ήρθε κάποιος θέλοντας να πάρει απ’ αυτόν ψωμί, και χτύπησε την πόρτα λέγοντας· ‘άνοιξε μου, γιατί έχω ανάγκη από ψωμί’. Αλλ’ αυτός του είπε· ‘δεν μπορώ να σου δώσω τώρα γιατί πέσαμε να κοιμηθούμε εμείς και τα παιδιά μας’.
Εκείνος όμως επέμενε να χτυπάει την πόρτα. Και λέει πάλι προς αυτόν· ‘δεν μπορώ να σου δώσω, γιατί πέσαμε να κοιμηθούμε εμείς και τα παιδιά’. Εκείνος όμως αν και άκουσε αυτά συνέχισε να χτυπάει και να μη φεύγει, μέχρι που είπε ο οικοδεσπότης, σηκωθείτε, ‘δώστε του αυτό που θέλει κι αφήστε τον να φύγει’ (Λουκά 11, 5 έ). Μ΄ αυτό λοιπόν σε διδάσκει να προσεύχεσαι πάντοτε και να μη είσαι ποτέ αμέριμνος, αλλά, και αν ακόμα δεν λάβεις, να επιμένεις μέχρι που να λάβεις.
Και πολλές άλλες οδούς μετάνοιας θα βρεις στη Γραφή. Αυτή η μετάνοια κηρύττονταν και πριν από την παρουσία του Χριστού από τον Ιερεμία που έλεγε· «μήπως εκείνος που πέφτει δε σηκώνεται, ή εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο δεν επιστρέφει;» (Ιερ. 8, 4)· και πάλι «μετά απ’ αυτά είπα σ’ αυτήν· αφού έκανες την πορνεία, έλα τώρα και γύρισε σ’ εμένα» (Ιερ. 3, 7). Και γι’ αυτό μας έδωσε και πολλές άλλες και διάφορες οδούς, για να μας αφαιρέσει κάθε πρόφαση ραθυμίας. Γιατί, εάν είχαμε μία οδό μόνο, δε θα μπορούσαμε να μπούμε απ’ αυτήν στη βασιλεία του Θεού.
Αυτή τη μάχαιρα την αποφεύγει πάντοτε ο διάβολος. Αμάρτησες; Έλα στην εκκλησία κι εξάλειψε την αμαρτία σου. Όσες φορές κι αν πέσεις στην αγορά, τόσες φορές σηκώνεσαι· έτσι κάθε φορά που θ’ αμαρτήσεις, μετανόησε για την αμαρτία σου· μην απελπισθείς· αν αμαρτήσεις για δεύτερη φορά, μετανόησε για δεύτερη φορά και μην από ραθυμία χάσεις τελείως την ελπίδα για τ’ αγαθά που σου επιφυλάσσονται· κι αν ακόμα βρίσκεσαι σε βαθιά γηρατειά κι αμαρτήσεις, έλα στην εκκλησία και μετανόησε: γιατί εδώ είναι ιατρείο κι όχι δικαστήριο, που δεν ζητά ευθύνες αμαρτημάτων, αλλά παρέχει συγχώρηση αμαρτημάτων.
Πες στον Θεό μόνο την αμαρτία σου, «σ’ εσένα μόνο αμάρτησα κι έπραξα το κακό ενώπιον σου» (Ψαλμ. 50, 6), και συγχωρείται η αμαρτία σου. Αλλ’ έχεις κι άλλη οδό μετάνοιας, όχι δύσκολη, αλλά πάρα πολύ εύκολη. Ποια είναι αυτή; Κλάψε για την αμαρτία σου και πάρε το δίδαγμα αυτό από τα θεία ευαγγέλια.
Ο Πέτρος εκείνος, η κορυφή των αποστόλων, ο πρώτος στην Εκκλησία, ο φίλος του Χριστού, εκείνος που δεν έλαβε την αποκάλυψη από ανθρώπους, αλλά από τον Πατέρα, όπως το βεβαιώνει σ’ αυτόν ο Κύριος, λέγοντας, «είσαι μακάριος, Σίμωνα, γιε του Ιωνά, γιατί δεν σου αποκάλυψε την αλήθεια κάποιος με σάρκα και αίμα, αλλ’ ο Πατέρας μου ο ουράνιος» (Ματθ. 16, 17), αυτός ο Πέτρος – όταν λέω Πέτρο, εννοώ την πέτρα τη στερεά, το ασάλευτο θεμέλιο, τον μέγα απόστολο, τον πρώτο από τους μαθητές, τον πρώτο που κάλεσε και πρώτος υπάκουσε -, αυτός λοιπόν δεν έκανε κάτι το μικρό, αλλά κάτι το πάρα πολύ μεγάλο, ώστε ν’ απαρνηθεί τον ίδιο τον Κύριο. Αυτό το λέω όχι για να κατηγορήσω τον δίκαιο, αλλά για να δώσω σ’ εσένα αφορμή μετάνοιας, αφού ο Πέτρος αρνήθηκε τον ίδιο τον Κύριο της οικουμένης, τον κηδεμόνα και Σωτήρα όλων των ανθρώπων.
Και για να πούμε την υπόθεση από την αρχή, κατά την παράδοση είδε ο Σωτήρας μερικούς που έφυγαν (Ιω. 6, 67) και λέει στον Πέτρο «μήπως και συ θέλεις να φύγεις;». Αλλ’ ο Πέτρος είπε· «κι αν ακόμη χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, δε θα σ’ απαρνηθώ» (Ματθ. 26, 35). Τι λες, Πέτρε; Του Θεού είναι τα λόγια αυτά και συ διαφωνείς; Αλλ’ όμως η διάθεση έδειξε αυτό ακριβώς, ενώ φανερώθηκε η αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως.
Και αυτά πότε; Τη νύχτα κατά την οποία παραδόθηκε ο Χριστός· τότε λοιπόν, λέει, στεκόταν ο Πέτρος κοντά στη φωτιά και ζεσταινόταν, και πλησίασε κάποιο κορίτσι και λέει σ’ αυτόν· «χθες ήσουν και συ μαζί μ’ αυτόν τον άνθρωπο» (Ματθ. 26, 69). Κι εκείνος απάντησε· «δεν τον γνωρίζω τον άνθρωπο αυτό» (Μάρκ. 14, 68). Στη συνέχεια τον απαρνήθηκε δεύτερη και τρίτη φορά και εκπληρώθηκε ο λόγος του Χριστού.
Έπειτα ο Χριστός κοίταξε τον Πέτρο, αφήνοντας φωνή με το βλέμμα του (Λουκά 21, 61)· δεν του μίλησε βέβαια με το στόμα, για να μην τον ελέγξει μπροστά στους Ιουδαίους και καταντροπιάσει έτσι τον μαθητή του, αλλ’ άφησε τη φωνή να βγει από το βλέμμα του, που ήταν σαν να του έλεγε· ‘Πέτρε, έγινε εκείνο που έλεγα’.
Αμέσως λοιπόν ο Πέτρος αισθάνθηκε αυτό και άρχισε να κλαίει, και δεν έκλαψε απλώς, αλλά πολύ πικρά, δεχόμενος δεύτερο βάπτισμα με τα δάκρυα των οφθαλμών. Κι αφού έκλαψε τόσο πικρά, εξάλειψε την αμαρτία, και στη συνέχεια του εμπιστεύεται τα κλειδιά των ουρανών. Αν λοιπόν το κλάμα του Πέτρου εξάλειψε τόσο μεγάλη αμαρτία, εάν κλάψεις και συ πως δε θα εξαλείψεις την αμαρτία; Γιατί δεν ήταν μικρό παράπτωμα το ν’ αρνηθεί τον ίδιο τον Κύριο, αλλά μεγάλο και βαρύ· κι όμως τα δάκρυα εξάλειψαν το αμάρτημα.
Κλάψε λοιπόν και συ για την αμαρτία σου· όχι όμως απλώς, ούτε προσποιητά, αλλά κλάψε πικρά, όπως ο Πέτρος· μέσα από τα βάθη της καρδιάς σου· χύσε τις πηγές των δακρύων σου, για να σ’ ευσπλαχνισθεί ο Κύριος και να συγχωρήσει το αμάρτημα σου γιατί είναι φιλάνθρωπος· κι αυτός είναι που είπε· «δε θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά να επιστρέψει και να μετανοήσει για να ζήσει» (Ιεζ. 18, 23). Μικρό κόπο θέλει από σένα, κι αυτός σου δίνει τα μεγάλα· αφορμή θέλει από σένα, για να σου δώσει θησαυρό σωτηρίας.
Χύσε δάκρυα, κι αυτός σου δίνει συγχώρηση· δείξε μετάνοια, κι αυτός σου προσφέρει άφεση αμαρτιών· δώσε εσύ μικρή αφορμή, για να έχεις ευπρόσδεκτη την απολογία· γιατί άλλα προσφέρονται από αυτόν, και άλλα από μας· εάν προσφέρουμε τα δικά μας, τότε κι αυτός μας προσφέρει τα δικά του. Αυτός βέβαια έδωσε ήδη τα δικά του, τον ήλιο, τη σελήνη, θεμελίωσε τον ποικιλόμορφο χορό των αστέρων, άφησε διάχυτο τον αέρα, άπλωσε τη γη, περιτείχισε τη θάλασσα, έδωσε τα όρη, τα φαράγγια, τα βουνά, τις πηγές, τις λίμνες, τα ποτάμια, τ’ αμέτρητα είδη των φυτών, τους κήπους κι όλα τα άλλα· πρόσφερε και συ κάτι το μικρό, για να σου χαρίσει έτσι και τα ουράνια.
Ας μην αδιαφορήσουμε λοιπόν για το εαυτό μας, ούτε να εγκαταλείψουμε τη σωτηρία μας, αφού έχουμε τόσο μεγάλο πέλαγος της φιλανθρωπίας του Κυρίου των πάντων, ο οποίος μεταβάλλει τις αποφάσεις του για τις αμαρτίες μας. Βασιλεία των ουρανών βρίσκεται μπροστά μας και παράδεισος και τα αγαθά «που οφθαλμός δεν τα είδε, κι αυτί δεν τα άκουσε, και σε καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκαν, τα οποία ετοίμασε ο Θεός για εκείνους που τον αγαπούν» (Α΄ Κορ. 2, 9), και δεν πρέπει όλα να τα κάνουμε, για να συνεισφέρουμε κι εμείς κάτι, ώστε να μη χάσουμε αυτά;
Ή δε γνωρίζεις τι λέει ο Παύλος, αυτός που τόσο πολύ κόπιασε και έστησε αμέτρητο τρόπαιο εναντίον του διαβόλου, που διέσχισε με το σώμα του την οικουμένη, που περιέτρεξε γη και θάλασσα, που σαν να ήταν φτερωτός περιήλθε όλη την οικουμένη, που λιθοβολήθηκε, που φονεύθηκε, που χτυπήθηκε, που έπαθε τα πάντα για το όνομα του Θεού, που κλήθηκε στο έργο του με ουράνια φωνή; Πρόσεχε αυτός τι λέει, ποια λόγια βροντοφώναξε λάβαμε, λέει, χάρη από τον Θεό, αλλά και εγώ κόπιασα και πρόσφερα· «και η χάρη αυτού που μου δόθηκε δεν πήγε στα χαμένα, αλλά και περισσότερο απ’ όλους κόπιασα και πρόσφερα» (Α΄ Κορ. 15, 10). Γνωρίζουμε, λέει, γνωρίζουμε το μέγεθος της χάριτος που λάβαμε, αλλά δεν με βρήκε αργό· είναι φανερά τα προσφερθέντα από μένα.
Έτσι λοιπόν και εμείς ας διδάξουμε τα χέρια μας, για να προσφέρουμε κι εμείς κάτι το μικρό· ας κλάψουμε για την αμαρτία μας, ας θρηνήσουμε για την ανομία μας, για να φανούμε ότι προσφέρουμε κι εμείς κάτι το μικρό, επειδή και μεγάλα είναι εκείνα που πρόκειται να μας δοθούν και υπερβαίνουν τη δύναμή μας· γιατί είναι παράδεισος και βασιλεία ουρανών, την οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως και στο άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(ΕΠΕ), Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Ιωάννου Χρυσοστόμου.
Άπαντα τα έργα, 30.
Ομιλίες Κατηχητικές – Ηθικές Α΄.
εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1987.
